Search
  • Aristomene Varoudakis

Το «οπλοστάσιο» της μάχης για στήριξη των Οικονομιών

H πανδημία έχει καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν η επανεκκίνηση των οικονομιών μετά τους υγειονομικούς περιορισμούς θα είναι ομαλή, με προοδευτική υποχώρηση της πανδημίας, ή θα σημειωθούν νέες εξάρσεις που θα απαιτήσουν νέους περιορισμούς. Η ΕΚΤ επεξεργάστηκε τρία εναλλακτικά σενάρια για τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας στην Ευρωζώνη: ήπιο, μεσαίο και οδυνηρό. Η ύφεση το 2020 προβλέπεται από 5% στο ήπιο σενάριο μέχρι 12% στο οδυνηρό. Στο οδυνηρό και απευκταίο σενάριο η ανάκαμψη θα είναι αργή, καθώς το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα είναι ακόμη το 2022 χαμηλότερο κατά 5% από το προ πανδημίας επίπεδο του 2019.


Όλες οι χώρες, ανάλογα με τις συνθήκες και το δημοσιονομικό τους περιθώριο, έχουν λάβει μέτρα στήριξης για να αντισταθμίσουν, κατά το δυνατό, την ύφεση που δημιουργεί η πανδημία. Τα μέτρα αφορούν: (α) αυξήσεις δαπανών και μειώσεις φόρων, που έχουν άμεσο δημοσιονομικό κόστος, και (β) στήριξη της ρευστότητας, κυρίως των επιχειρήσεων, με εγγυήσεις τραπεζικών δανείων, απευθείας δανεισμό από δημόσιους πόρους, ή κεφαλαιακές ενισχύσεις. Τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας ενδεχομένως έχουν έμμεσο κόστος, στο βαθμό που τα δάνεια δεν εξυπηρετηθούν η οι εγγυήσεις καταπέσουν.


Προβληματίζει η αύξηση του χρέους


Τα μέτρα στήριξης θα προκαλέσουν, μαζί με την ύφεση, μια σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Το Δ.Ν.Τ προβλέπει το 2020 έλλειμμα 7,5% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη και 15,4% στις ΗΠΑ. Το Σύμφωνο Σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) έχει ανασταλεί, όπως και οι κανόνες που ρυθμίζουν τις κρατικές ενισχύσεις.


Ο δανεισμός για τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του δημοσίου χρέους, που, στις ανεπτυγμένες οικονομίες, το Δ.Ν.Τ προβλέπει ότι θα φθάσει στο 122,4% του ΑΕΠ το 2020, από 105,2% το 2019. Το δημόσιο χρέος, σε αναλογία του ΑΕΠ, θα ξεπεράσει κατά πολύ το επίπεδο του τέλους του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, το 1945, που έφθανε το 90% του ΑΕΠ των τότε ανεπτυγμένων οικονομιών, ή του τέλους του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου που ανερχόταν στο 75% του ΑΕΠ.


Η κατακόρυφη αύξηση του δημοσίου χρέους θέτει δύο ζητήματα:

– Τη χρηματοδότηση των διευρυμένων δανειακών αναγκών των χωρών και την αποφυγή της αμφισβήτησης της βιωσιμότητας του χρέους, που ενδεχομένως να οδηγούσε σε νέα κρίση όπως αυτή που υπέστη η Ευρωζώνη το 2010-13. Πρόκειται, συνοπτικά, για το ζήτημα της χρηματοδότησης της οικονομικής μάχης κατά της πανδημίας. – Τις επιλογές για την διαχείριση του κόστους στήριξης των οικονομιών και του αυξημένου χρέους, σε αναλογία με την εμπειρία των μεταπολεμικών περιόδων.


Το πρώτο ζήτημα έχει τεθεί επιτακτικά στο τραπέζι από την αρχή της πανδημίας, ενώ το δεύτερο αρχίζει μεν να συζητείται, αλλά με λιγότερη έμφαση, καθώς αναφέρεται σε επιλογές που θα γίνουν αναγκαίες σε εύθετο χρόνο με την υποχώρηση της πανδημίας. Θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια στο πρώτο ζήτημα, μεταθέτοντας σε μια απώτερη ανάλυση το ζήτημα της διαχείριση του κόστους.


Στην ΕΕ, και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη,  ένα θέμα που τίθεται με έμφαση, αφορά το κατά πόσο θα πρέπει να υπάρχει μια κοινή γραμμή άμυνας σε μια πανδημία που επηρεάζει όλες τις χώρες ταυτόσημα και για την οποία καμία χώρα δεν φέρει ευθύνη. Η χρήση ενός «κοινού χρηματοδοτικού οπλοστασίου» δικαιολογείται και από πολιτικής και από οικονομικής πλευράς. Από πολιτικής πλευράς, η κοινή άμυνα προωθεί την συνοχή των χωρών, που είναι ένα από τα ζητούμενα της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης αλλά και της Ευρωζώνης. Αν τα μέτρα στήριξης που λαμβάνει κάθε χώρα εξαρτώνται μόνο από τις οικονομικές της δυνατότητες, όχι μόνο η συνοχή δεν θα διατηρηθεί αλλά οι αποκλείσεις μεταξύ των χωρών θα διευρυνθούν. Είναι άρα σημαντικό οι χώρες μέλη να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν παρόμοια μέτρα οικονομικής στήριξης, με κοινή γραμμή άμυνας, ανεξάρτητα από τις οικονομικές τους δυνατότητες.


Από οικονομική άποψη, είναι, επίσης, σημαντικό να διατηρηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Αυτό δεν επιτυγχάνεται όταν μόνο εύρωστες οικονομικά χώρες έχουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν χρηματοδοτικά κάποιους οικονομικούς τομείς, όπως για παράδειγμα τις αεροπορικές εταιρίες η τις τράπεζες. Συνοψίζοντας, αλληλεγγύη και κοινή άμυνα είναι το ζητούμενο στην οικονομική μάχη κατά της πανδημίας.


Η προβλεπόμενη αύξηση του δημοσίου χρέους δεν δημιουργεί την ίδια πρόκληση για όλες τις χώρες. Δεδομένου ότι το δολάριο είναι το κατεξοχήν διεθνές νόμισμα, και ως εκ τούτου η ζήτηση αξιογράφων σε δολάρια παραμένει ισχυρή, οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν άμεσα κίνδυνο κρίσης χρέους. Στην Ευρωζώνη οι προκλήσεις διαφέρουν ανάλογα με τις χώρες. Οι λεγόμενες χώρες του Βορά έχουν χαμηλό χρέος και άρα σημαντικό δημοσιονομικό χώρο για την χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης με επιπλέον δανεισμό. Οι χώρες όμως του Νότου, ιδιαίτερα η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα, που υπέστησαν την κρίση χρέους το 2010-13, κινδυνεύουν, καθώς το χρέος τους παραμένει υψηλό…


Ο ευνοϊκός παράγων για τις χώρες της Ευρωζώνης με υψηλό χρέος είναι ότι η πανδημία εμφανίστηκε σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον με άφθονη ρευστότητα, και άρα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, λόγω της πολυετούς ποσοτικής χαλάρωσης που εφάρμοσαν οι κεντρικές τράπεζες μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.  Από το τέλος, όμως, Φεβρουαρίου η πανδημία ανέτρεψε το ευνοϊκό αυτό περιβάλλον δανεισμού, απειλώντας να δημιουργήσει συνθήκες κρίσης χρέους.


Έγιναν, έτσι, αναγκαίες παρεμβάσεις προς δυο κατευθύνσεις για την κοινή χρηματοδοτική άμυνα κατά των επιπτώσεων της πανδημίας: 1. Παρεμβάσεις της ΕΚΤ για να αποσοβηθεί το ενδεχόμενο κρίσης χρέους, εξουδετερώνοντας εξαρχής τις λεγόμενες «αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες» των αγορών. 2. Αναζήτηση νέων χρηματοδοτικών πόρων, όσο το δυνατό πιο μακροπρόθεσμων και χαμηλού κόστους, για την κάλυψη των διευρυμένων δανειακών αναγκών των χωρών μελών της ΕΕ και της Ευρωζώνης.


Καθοριστική η παρέμβαση της ΕΚΤ


Ας εξετάσουμε τις δράσεις αυτές διαδοχικά.


Η ΕΚΤ εξήγγειλε τον Μάρτιο ένα νέο πρόγραμμα αγοράς τίτλων που αποσκοπεί να κρατήσει τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων όσο το δυνατό χαμηλότερα. Το πρόγραμμα (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) έχει ύψος 750 δις € και θα διαρκέσει μέχρι το τέλος της οικονομικής κρίσης κατά την εκτίμηση της ΕΚΤ. Αναμένεται ότι θα αυξηθεί κατά 375 δις € στην σύνοδο του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ τον Ιούνιο. Το πρόγραμμα προστίθεται στη δέσμη των τρεχόντων προγραμμάτων αγορών τίτλων (Asset Purchase Programmes) που η ΕΚΤ έχει εισαγάγει από το 2014, των οποίων ο ποσοτικός στόχος είχε ήδη αυξηθεί στα 20 δις € μηνιαίως από  το Νοέμβριο 2019, λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας της Ευρωζώνης.


Η επέμβαση της ΕΚΤ κατάφερε να μετριάσει τον κίνδυνο κρίσης, καθώς οι αποδόσεις των ιταλικών δεκαετών ομολόγων έχουν περιορισθεί γύρω στο 1,8%, των ισπανικών στο 0,8%, ενώ η απόδοση των ελληνικών ομολόγων κυμαίνεται γύρω στο 2%. ΄Όμως, η επέμβαση επισκιάστηκε από την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που στις αρχές Μαΐου έθεσε σε αμφισβήτηση το σημαντικότερο από τα τρέχοντα προγράμματα αγορών τίτλων της ΕΚΤ (το Public Sector Purchase Programme – PSPP), που αντιστοιχεί σε 80% του συνόλου του χαρτοφυλακίου τίτλων που διακρατεί η ΕΚΤ στα πλαίσια της ποσοτικής χαλάρωσης.


Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι το πρόγραμμα αποτελεί νομισματική χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, η οποία απαγορεύεται από τις συνθήκες της Ευρωζώνης, που αποτελούν και εθνική νομοθεσία των χωρών μελών. Θεώρησε όμως ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν εξέτασε αν το πρόγραμμα της ΕΚΤ είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας που διέπει τις συνθήκες της ΕΕ.


Σύμφωνα με αυτή την αρχή, η δράση των οργάνων της ΕΕ (άρα και της ΕΚΤ) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη της εντολής τους. Το δικαστήριο έκρινε ότι το πρόγραμμα αγοράς τίτλων υπερβαίνει την εξουσιοδότηση για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής που έχει δοθεί στην ΕΚΤ με βάση τις συνθήκες. Αποφάσισε ότι η γερμανική κεντρική τράπεζα (Bundesbank) θα πρέπει να εξέλθει από το πρόγραμμα, ρευστοποιώντας ταυτόχρονα πάνω από 500 δις € τίτλων που έχει αγοράσει για λογαριασμό της ΕΚΤ, αν η τελευταία δεν τεκμηριώσει εντός τριμήνου ότι το πρόγραμμα είναι αναγκαίο και συμβατό με τις συνθήκες.


Η απόφαση βρίσκεται στον απόηχο της ανησυχίας ορισμένων συντηρητικών κύκλων στην Γερμανία ότι τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης έχουν δημιουργήσει υπερβολική ρευστότητα, δημιουργώντας κίνητρα δημοσιονομικής χαλάρωσης στις κυβερνήσεις λόγω των ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων. Το αντεπιχείρημα στην άποψη αυτή είναι ότι η σωστή εφαρμογή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας είναι το ενδεδειγμένο μέσο για την επίτευξη δημοσιονομικής πειθαρχίας, αντί της Δαμόκλειας σπάθης της κρίσης χρέους που κινεί το «αόρατο χέρι» των αγορών. Αν και η απόφαση του Συνταγματικού δικαστηρίου δεν αφορά το νέο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ, δημιούργησε ανησυχία ότι θα μπορούσε να οδηγήσει στην αμφισβήτηση του σε εύθετο χρόνο.


Αναχρηματοδότηση του ληξιπρόθεσμου


Η αγοραστική υποστήριξη του χρέους από την ΕΚΤ, πέρα από την ενδεχόμενη νομική αμφισβήτηση της, δεν θα εμποδίσει πιθανώς στο μέλλον την αύξηση των αποδόσεων, καθώς το εθνικό χρέος των υπερχρεωμένων χωρών θα έχει αυξηθεί. Όμως, η ΕΚΤ κατά κάποιο τρόπο «αγοράζει χρόνο», μέχρι να δημιουργηθούν πηγές χρηματοδότησης χαμηλού κόστους και βαθύτερου χρονικού ορίζοντα για να περιοριστεί ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους. Να σημειωθεί ότι στα διευρυμένα δημοσιονομικά  ελλείμματα θα προστεθούν οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του ληξιπρόθεσμου χρέους, που σε πολλές χώρες είναι εξαιρετικά σημαντικές. Το Δ.Ν.Τ εκτιμά ότι οι συνολικές δανειακές ανάγκες του δημοσίου το 2020 θα ανέλθουν σε 27% του ΑΕΠ στην Ιταλία, ενώ στη Γαλλία και Ισπανία θα κυμανθούν μεταξύ 20 και 25% του ΑΕΠ. Συνολικά στις τρεις αυτές χώρες οι χρηματοδοτικές ανάγκες μόνο το 2020 ανέρχονται σε περίπου 1,3 Τρις €.


Από την αρχή της πανδημίας, το ζήτημα της κοινής γραμμής οικονομικής άμυνας, με εξεύρεση κοινών πηγών χρηματοδότησης χαμηλού κόστους, έχει γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη ΕΕ, αλλά και οξείας αντιπαράθεσης, στην Ευρωζώνη ιδιαίτερα, μεταξύ των λεγόμενων χωρών του Νότου και του Βορά. Στις αρχές Απριλίου το Eurogroup κατέληξε σε μια πρώτη συμφωνία για ένα κοινό χρηματοδοτικό πακέτο 540 δις € που θα βασίζεται σε τρεις πηγές πόρων:


(α) Πιστωτικές γραμμές στήριξης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM Pandemic Crisis Support), ανερχόμενες συνολικά σε 240 δις €, διαθέσιμες στις χώρες μέλη της Ευρωζώνης, μέχρι ποσού που αντιστοιχεί στο 2% του ΑΕΠ του 2019 κάθε χώρας. Τα δάνεια θα έχουν δεκαετή διάρκεια και κόστος χαμηλότερο των προληπτικών πιστοληπτικών γραμμών του ΕΜΣ. Ο μόνος όρος για τη χορήγηση τους είναι η δέσμευση των κρατών να χρησιμοποιήσουν τους πόρους για την χρηματοδότηση της άμεσης και έμμεσης στήριξης των υγειονομικών συστημάτων για την αντιμετώπιση της πανδημίας.


(β) Χρηματοδότηση επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την πανδημία από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ), μέσω ενός πανευρωπαϊκού ταμείου 25 δις €, του οποίου το κεφάλαιο θα εγγυηθούν τα κράτη μέλη της ΕΕ. Οι εγγυήσεις θα μοχλευθούν από την ΕΤΕ για να αντληθούν συνολικά πόροι 200 δις € που θα διατεθούν στη συνέχεια στις επιχειρήσεις των χωρών μελών της ΕΕ.


(γ) Δάνεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαθέσιμα σε όλες τις χώρες μέλη της ΕΕ, στα πλαίσια ενός προσωρινού μηχανισμού στήριξης για τον μετριασμό των κινδύνων ανεργίας (Support to mitigate Unemployment Risks in an Emergency – SURE). Τα δάνεια, συνολικού ύψους 100 δις €, θα χορηγούνται με ευνοϊκούς όρους στα κράτη μέλη για να χρηματοδοτηθούν εθνικά προγράμματα ανεργίας και μέτρα προστασίας της ανεργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αντλήσει τους πόρους του προγράμματος από τις αγορές, μοχλεύοντας κεφάλαια ύψους 25 δις €, την παροχή των οποίων θα εγγυηθούν τα κράτη μέλη της ΕΕ.


Οι πόροι που έχουν ως τώρα κινητοποιηθεί μέσω αυτών των μηχανισμών δεν αρκούν για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών που, όπως είδαμε, είναι πολύ υψηλότερες. Η εναλλακτική λύση που ετέθη εξαρχής στο τραπέζι από εννέα χώρες του λεγόμενου Νότου της Ευρωζώνης αφορά την έκδοση αμοιβαίων ομολόγων για την άντληση με ευνοϊκούς όρους των χρηματικών πόρων που θα απαιτηθούν. Η έκδοση αμοιβαίου χρέους δεν σημαίνει ότι οι χώρες θα δανείζονται από κοινού για να χρησιμοποιούν τους πόρους οι χώρες που τους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα, προς το οποίο η Ευρωζώνη δεν έχει προς το παρόν ορατή ροπή…


Όπως έχω αναλύσει σε άλλο άρθρο , η συμμετοχή των χωρών της Ευρωζώνης στους κοινούς δανειακούς πόρους, όπως και στην αποπληρωμή του αμοιβαίου χρέους, θα μπορούσε να γίνει αναλογικά, σύμφωνα με το μέγεθος των οικονομιών τους. Το όφελος θα προέκυπτε από την αμοιβαιοποίηση του αξιόχρεου των πιο εύρωστων και λιγότερο χρεωμένων οικονομιών του Βορά. Οι αποδόσεις των αμοιβαίων ομολόγων θα ήταν χαμηλές, και ενδεχομένως αρνητικές, αφού οι αγορές δεν θα αμφισβητούσαν τη βιωσιμότητα του αμοιβαίου χρέους της Ευρωζώνης, σε αντίθεση με το εθνικό χρέος των υπερχρεωμένων χωρών. Ο αμοιβαίος δανεισμός θα μπορούσε κατά πάσα πιθανότητα να είναι μακροχρόνιος, κάτι που είναι δύσκολο για εθνικό δανεισμό σε συνθήκες υπερχρέωσης.


Οι χώρες του Βορά, ιδιαίτερα η Γερμανία και η Ολλανδία, απέρριψαν την λύση του αμοιβαίου χρέους. Στις χώρες αυτές είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι έστω και η πρόσκαιρη έκδοση αμοιβαίου χρέους θα ανοίξει την πόρτα για τη μονιμοποίηση του. Αυτό θα εξασθενούσε τα κίνητρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και θα μετέτρεπε δυνητικά την Ευρωζώνη σε μια ένωση μεταβιβαστικών πληρωμών από τα οικονομικά ισχυρότερα προς τα ασθενέστερα κράτη.


Κίνητρα δημοσιονομικής πειθαρχίας


Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αναγκαίο αν οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας λειτουργούν σωστά. Θα ήταν δυνατό,  εξ άλλου, να θεσπιστούν κίνητρα δημοσιονομικής πειθαρχίας με βάση τους νόμους των αγορών, μετριάζοντας τον λεγόμενο «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) που δημιουργεί το αμοιβαίο χρέος. Μια σχετική πρόταση αφορά, για παράδειγμα, τη διαφορετική διαβάθμιση του αμοιβαίου και του εθνικού χρέους, με προνομιούχο εξοφλητική εξασφάλιση του πρώτου (senior debt) και χαμηλότερη εξασφάλιση του δεύτερου (junior debt) σε περίπτωση που μια χώρα αντιμετωπίζει κρίση.


Με την έλλειψη συμφωνίας για την έκδοση αμοιβαίων ομολόγων ο κοινός παρονομαστής που βρέθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφορά τη δημιουργία ενός Ταμείου Ανάκαμψης (Recovery Fund) που θα χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση των οικονομιών μετά την πανδημία. Το ταμείο θα στηρίξει, σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ και με βάση την αλληλεγγύη, τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία.


Η Ισπανία, με ένα ανεπίσημο έγγραφο , πρότεινε αρχικά τη δημιουργία ενός ταμείου ανάκαμψης ύψους 1,5 Τρις € που θα αντλήσει πόρους μέσω της έκδοσης διηνεκών ομολόγων (perpetual bonds) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το προτεινόμενο ταμείο θα προσφέρει επιχορηγήσεις (grants), αποφεύγοντας έτσι την αύξηση του χρέους των ήδη υπερχρεωμένων χωρών. Η έκδοση διηνεκών ομολόγων δημιουργεί υποχρέωση καταβολής τόκων αλλά όχι αποπληρωμής του κεφαλαίου.  Το σχήμα προτάθηκε αρχικά από έγκριτους οικονομολόγους, αλλά και από τον George Soros, με αναφορά στα Consolidated Bonds (Consols) που χρησιμοποίησε η Μεγάλη Βρετανία για την χρηματοδότηση των Ναπολεόντειων πολέμων και του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Το κόστος των ετήσιων πληρωμών τόκων θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένα μικρό ποσοστό του προϋπολογισμού́ της ΕΕ, ενώ η ζήτηση θα ήταν ισχυρή από θεσμικούς επενδυτές, ιδιαίτερα ασφαλιστικές εταιρίες.


Εν αναμονή του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και με σκοπό να δρομολογηθούν οι αποφάσεις, η Γερμανία και η Γαλλία ανακοίνωσαν μια λιγότερο φιλόδοξη, αλλά θετική, συμφωνία αρχής για τη δημιουργία ενός ταμείου ανάκαμψης ύψους 500 δις €. Οι πόροι θα αντληθούν μέσω δανεισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με εγγύηση τις συνδρομές των χωρών μελών στον προϋπολογισμό της Ένωσης.


Τελικά, το σχέδιο που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορά τον δανεισμό από την Επιτροπή πόρων ύψους 750 δις € που θα διατεθούν για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών των χωρών μελών, με αναλογία 500 δις € επιχορηγήσεις και 250 δις € δανειακές πιστώσεις. Η αποπληρωμή των δανείων θα γίνει μεταξύ 2028 και 2058, με την αύξηση των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο 2% του ΑΕΠ. Οι πόροι θα διατεθούν με βάση τρεις προγραμματικούς πυλώνες, με προτεραιότητα στην ενίσχυση των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το προτεινόμενο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ύψους 560 δις €, εκ των οποίων 310 δις € θα διατεθούν μέσω επιχορηγήσεων και τα υπόλοιπα μέσω δανείων. Οι πόροι θα στηρίξουν τα επενδυτικά πλανά και τις μεταρρυθμίσεις των χωρών μελών με βάση τον οικονομικό και δημοσιονομικό σχεδιασμό που συζητείται στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας από τους προτεινομένους πυλώνες προβλέπει την χρηματοδότηση ενός ευρωπαϊκού προγράμματος για την πρόληψη και αντιμετώπιση υγειονομικών κρίσεων.

Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι, από χρηματοδοτικής πλευράς, ο κοινός δανεισμός από την ΕΕ για την άντληση πόρων για το ταμείο ανάκαμψης είναι ανάλογος με την έκδοση αμοιβαίων ομολόγων. Η διαφορά είναι ότι η χρησιμοποίηση των πόρων που θα αντλήσει η ΕΕ θα γίνει υπό αμοιβαίο έλεγχο, μέσω των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, ενώ οι πόροι που θα μπορούσαν να αντληθούν μέσω αμοιβαίου χρέους θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τις χώρες μέλη «κατά το δοκούν». Από την άλλη πλευρά, το ότι μεγάλο ποσό των πόρων που θα αντληθούν θα διοχετευθούν μέσω επιχορηγήσεων είναι πολύ θετικό. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τα χρήματα αυτά είναι δωρεάν αφού οι χώρες οφείλουν μακροπρόθεσμα να συνεισφέρουν στην αποπληρωμή του κοινού δανεισμού μέσω της ΕΕ.


Σύμφωνα με μια φιλόδοξη πρόταση η αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών της ΕΕ θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω με την απαλλαγή των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από τις συνδρομές στο επόμενο ΠΔΠ της ΕΕ. Οι χώρες αυτές θα μπορούσαν έτσι να επωφεληθούν από τις επιχορηγήσεις του ταμείου ανάκαμψης χωρίς ταυτόχρονα να συνεισφέρουν στην κεφαλαιοποίηση του για την αποπληρωμή των δανείων που θα συνάψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


Το χρηματοδοτικό οπλοστάσιο που εξετάσαμε έχει κόστος, που θα πρέπει μελλοντικά να καταβληθεί… Μια ριζικά διαφορετική πρόταση έχει διατυπωθεί για την αποφυγή της αύξησης του δημόσιου χρέους. Συνίσταται στη λεγόμενη χρηματοδότηση μέσω «χρήματος ελικοπτέρου », προεκτείνοντας νοηματικά μια αλληγορία που είχε διατυπώσει ο Milton Friedman το 1969.


Υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι δημιουργίας «χρήματος ελικόπτερου» – με δυο παραλλαγές για τον τρίτο τρόπο :


(α) Η πίστωση από την κεντρική τράπεζα ιδιωτικών λογαριασμών στο τραπεζικό σύστημα, κάτι που συνιστά απευθείας δημιουργία χρήματος με σκοπό την ενίσχυση της ζήτησης. Δεδομένου, όμως, ότι η οικονομική κρίση λόγω της πανδημίας δεν πηγάζει μόνο από ελλειμματική ζήτηση αλλά κυρίως από την πλευρά της αναγκαστικής μείωσης της προσφοράς, η λύση αυτή δεν θα ήταν δόκιμη. Για την αντιμετώπιση της κρίσης το κράτος χρειάζεται πόρους για να στηρίξει επιχειρήσεις, μεταφορές, και άλλους πληττόμενους τομείς.


(β) Η εγγραφή μιας πιστωτικής γραμμής στο παθητικό της κεντρικής τράπεζας, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση (οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης στην περίπτωση της ΕΚΤ), για ένα ορισμένο διάστημα και μέχρι ορισμένου ποσού για την χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης της οικονομίας. Πρόκειται για μια τυπική εκδοχή της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, την οποία βέβαια απαγορεύουν – προς το παρόν – οι συνθήκες της Ευρωζώνης.


(γ-1) Η κεντρική τράπεζα αγοράζει δημόσιο χρέος (όπως στα πλαίσια των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ), δημιουργώντας έτσι χρήμα, διαγράφοντας στη συνέχεια το χρέος μονομερώς και απαλλάσσοντας το δημόσιο από την υποχρέωση αποπληρωμής του.


(γ-2) Εναλλακτικά, το χρέος που αγοράστηκε μετατρέπεται σε διηνεκή ομόλογα μηδενικού επιτοκίου τα οποία διακρατεί η κεντρική τράπεζα.

Στις περιπτώσεις (α) και (β) η κεντρική τράπεζα υφίσταται κεφαλαιακή ζημιά αφού το ενεργητικό της παραμένει σταθερό ενώ το παθητικό της αυξάνει. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση (γ-1) αφού το ενεργητικό της κεντρικής τράπεζας μειώνεται λόγω της διαγραφής χρέους του δημοσίου. Άρα το κράτος που είναι ο μέτοχος της κεντρικής τράπεζας (τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης στην περίπτωση της ΕΚΤ), υφίσταται ισόποση κεφαλαιακή ζημιά. Η καθαρή περιουσιακή θέση του ενοποιημένου δημοσίου τομέα (που συμπεριλαμβάνει το κράτος και την κεντρική τράπεζα) τελικά χειροτερεύει. Στην περίπτωση (γ-2) δεν υπάρχει κεφαλαιακή ζημιά, όμως η κεντρική τράπεζα έχει μόνιμη απώλεια εισοδήματος από τόκους ενώ θα οφείλει να καταβάλει τόκους στα τραπεζικά αποθεματικά όταν μελλοντικά τα επιτόκια σημειώσουν αύξηση από τα αρνητικά επίπεδα στα οποία βρίσκονται επί του παρόντος.


Κατά συνέπεια, η δημιουργία «χρήματος ελικόπτερου» δεν λειτουργεί ως «μάννα εξ ουρανού», όπως, συχνά, θεωρείται με τρόπο κάπως μυστικιστικό. Επιπλέον, η μετατροπή της κεντρικής τράπεζας σε χρηματοδοτικό εργαλείο του προϋπολογισμού́ θα κατέλυε την ανεξαρτησία της με όποιες συνέπειες αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τις πληθωριστικές προσδοκίες και άρα για το μελλοντικό κόστος δανεισμού ιδιωτών και δημοσίου. Η χειροτέρευση της κεφαλαιακής θέσης της κεντρικής τράπεζας θα είχε ακόμα, ενδεχομένως, αρνητική επίδραση στην εμπιστοσύνη στο νόμισμα που εκδίδει η τράπεζα.


Επομένως, το κόστος της οικονομικής μάχης για να ξεπεραστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας είναι αναπόφευκτο και οι επιλογές για την κάλυψή του χρήζουν μιας πιο εμπεριστατωμένης μελέτης.


Orthos Logos, May 2020

https://orthoslogos.news/article/to-oplostasio-tis-machis-gia-stirixi-ton-ikonomion/?token=4d81237de49989312503a9a2b



3 views0 comments